Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Προσωπικά ~ 18





Να μπορούσα με άστρα να κεντήσω απαλά τα όνειρά σου
και με ψίθυρους ισχνούς, να ξεκλείδωνα τις φλύαρες ανάσες σου.


Dreamer



Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Το τετράδιο της Αλκυόνης - Αλκυόνη Παπαδάκη (Αποσπάσματα μέρος Α')



 Artpics - Dimitri Chekhov


  • Άπλωνα τα χέρια μου τις νύχτες και μάζευα αστέρια και φτερά, από αγριοπερίστερα, για να τα κρύβω στο μαξιλάρι σου και να γλυκαίνω τον ύπνο σου.
  • Πάντα πηδάω από το τρένο λίγο πριν φτάσει στο σταθμό.
  • Οι λίμνες.. Πρόσεξες ποτέ τις λίμνες; Δεν είναι σαν τις θάλασσες. Οι θάλασσες μιλούν. Τραγουδούν. Οι λίμνες ονειρεύονται..
  • Κάθε φορά που πέφτει η βροχή πάνω στο τριαντάφυλλο θα σου στέλνω ένα φιλί να κρύβεις τ' όνειρό σου.
  • Έκλεινα την ψυχή μου στα κοχύλια και στα χάριζα, για να μαθαίνεις τα τραγούδια της θάλασσας.
  • Τακ.. Τακ.. Τακ.. Μπάζει η στέγη της ψυχής μου. Δόξα τω Θεώ, δε χάλασα ακόμα.
  • Πολύ απλά σε χρειάζομαι. Δε μπορώ να κουβαλήσω μόνη μου την Άνοιξη.
  • Τα μονοπάτια του πάρκου ξέρουν τους δρόμους των λουλουδιών.
  • Όταν χαλούσες τις φωλιές, δεν το 'ξερες πως δε θα ξανάρθουν τα χελιδόνια;
  • Κάνε λίγη γυμναστική στα δάχτυλά σου. Μην τ' αφήνεις να γίνονται ραμολί. Κάποτε, μπορεί να χρειαστεί να δώσεις μια γροθιά στο τραπέζι. Ποτέ δεν είναι αργά.




  • Εστόλισα το τοπίο της μοναξιάς σου μ' ένα κυκλάμινο. Δεν έκανα τίποτα το σπουδαίο για να μ' ευχαριστείς.
  • Ούτ' ένα μνημείο, που να πάρει και να σηκώσει.. Ούτ' ένα μνημείο δε στήθηκε ποτέ πουθενά, που να λέει: Σ' αυτόν που είχε την αντοχή να ταΐζει τα όρνια με την ψυχή του, με το μάταιο όνειρο, πως κάποτε θα τα εξημερώσει.
  • Με τη λογική δεν εξηγούνται τα παράλογα. Όταν πάρουν φωτιά τα ρούχα σου, το πρώτο που κάνεις είναι να τα πετάξεις. Δε σκέφτεσαι βέβαια, πώς και από πού ξεκίνησε η φωτιά.
  • Αν μπορούσα λέει.. Να σου θυμίσω λίγο τη μυρωδιά της βροχής.
  • Την είδα μια μέρα να κρατά στην αγκαλιά της ένα ολοκόκκινο μεταξωτό φουλάρι. Θέλω να το χαρίσω μονολογούσε. Θέλω να το χαρίσω και δε βρίσκω κανένα να του ταιριάζει.
  • Θε μου, δεν είναι μικρά αυτά που κατάφερα. Κράτησα τη φωτιά μου αναμμένη μέσα στη βροχή. Θυμώμουνα πάντα το άρωμα της πασχαλιάς, όταν πορευόμουνα στον υπόνομο.
  • Ευτυχώς, σου λέω, που έμαθα μερικά χρήσιμα πραματάκια. Να μαζεύω, ας πούμε, πολύχρωμα χαρτάκια και να βάζω ουρές στα όνειρά μου.
  • Γιατί φοβάσαι τόσο το Χειμώνα; Αφού σου χάρισα ένα ρούχο να σκεπάσεις την ψυχή σου. Ένα παραμύθι να νανουρίζεσαι κι ένα χαμόγελο για να ονειρεύεσαι την Άνοιξη.. 



Αποσπάσματα από το ημερολόγιο της
ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Το τετράδιο της Αλκυόνης,
εκδόσεις Καλέντης (1999)




Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Τι να μας πουν και οι ποιητές; - Πρωταγωνιστές (20-12-2012)







Η ανορεξία της ύπαρξης


Δε πεινάω, δε πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο, 
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα 
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή·
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.




ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ, 
Η ανορεξία της ύπαρξης, εκδόσεις Καστανιώτη (2011)



~ Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση, θα "πιαστώ" από το στίχο της ιδίας: 


"..αγωνία με πιάνει ξαφνικά, για τον ανθρώπινο πόνο.."








Ευαισθησία και συνείδηση, όλο το χρόνο..
Καλές γιορτές σε όλους.



Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Τα κελλιά των αγγέλων - Ειρήνη Καλογιαννοπούλου-Λάμπρου





Νεφελοστεφάνωτοι πύργοι
πόθοι που ζάλιζαν το δέσιμο
τ’ ονείρου με την πράξη
επιθυμίες που γεννήθηκαν νεκρές
ιδανικά που λυώσαν
στο πυρπολημένο όραμα του χαμένου φεγγαριού·
θόλωσε η εικόνα του χαμόγελου
στα βρεγμένα μέτωπα των ανθρώπων
σκεπάζοντας τα μάτια του σούρουπου
με τη νιότη σου·
κι’ ύστερα η βυθισμένη σκληράδα της πέτρας
σκοτείνιασε τα παράθυρα
στις γειτονιές της γης·
μείναμε μόνοι·
εσύ και γω
χτίζοντας με το λυτρωτικό σου χώμα
έναν κόσμο για μας
ξέχασες να γκρεμίσεις τα σαπισμένα του θεμέλια
ενώ τα ερείπια κάπνιζαν ακόμα·
κοίταξες κατά πρόσωπο
το γνέψιμο των καιρών
και σου ψιθύρισα μεσ’ στο σκοτάδι
ήσουν φτιαγμένος
απ’ τη μεριά τ’ ονείρου.



ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΛΑΜΠΡΟΥ, 

Τα κελλιά των αγγέλων, εκδόσεις οδεβ (1978)



Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Τυχερό Αστέρι - Κωνσταντίνος Βήτα feat Γιάννης Παλαμίδας



Τυχερό Αστέρι - Κωνσταντίνος Βήτα feat Γιάννης Παλαμίδας


Εσύ είσαι το τυχερό μου αστέρι,
όλη η φύση κι ο κόσμος το ξέρει,
σαν μας βλέπουν μαζί αγκαλιά.
Η μοίρα μου μ' έστειλε στα βήματά σου,
ζω μονάχα για να 'μαι κοντά σου,
να αναπνέω, να νιώθω ζωή.
Δικά σου όλα τ' άνθη που βλέπω στους δρόμους,
δικά σου τα γλυκά πρωινά αυτού του κόσμου.
Για σένα είναι η πρώτη βροχή του χειμώνα,
για σένα ανθίζουνε κόκκινα ρόδα.
Για σένα, για σένα.



Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Προσωπικά ~ 17





Συνοχή σκέψεων, αταξία συναισθημάτων.
Φτωχοί έρωτες, περαστικοί, απόντες.
Ημίμετρα πάθη, περίπου δικός σου.
Ο καλός σου..

Ασφυκτιάς.
Φεύγεις, εγκαταλείπεις, προσπερνάς.
Είναι που σιχαίνεσαι τους ερασιτέχνες,
τα υποκατάστατα, τα δεύτερα.
Δε νοσταλγείς. Λες τελείωσε.

Κι όμως!
Δουλικά σε σέρνει ο έρωτας.
Σε περιφέρει γύρω από απότομους γκρεμούς,
 αναίσχυντα σε γονατίζει εμπρός του και σε ρημάζει.

Πόσα ψέμματα ασυγχώρητα κατάπιες;
Σε πνίγει ο καπνός του τσιγάρου σου απόψε.
Θηλιά στο λαιμό σου, η σκέψη του.
Αυτοβυθίζεσαι.

Τι χρώμα έχει η κραυγή που καιρό γεννιέται μέσα σου;
Ίσως διάφανη, όπως η ψυχή σου.
Ίσως μωβ.. της απουσίας. 

Το κοινό παρακολουθεί τη κάθε σου κίνηση.

Τα ρούχα σου κουρέλια, σε βαραίνουν.
Στέκεσαι τώρα όρθια, γυμνή.
Τα προσωπεία στο πάτωμα κι αυτά.
Όλα ένας αδέξιος σωρός στα πόδια σου.

Τρέμεις, παραπατάς, χαμογελάς και υποκλίνεσαι.
Η παράσταση έλαβε τέλος.

Ευχαριστούμε θερμά για την ανταπόκρισή σας!


~ Ύστερα, Σιωπή. Η μόνη λύτρωση.

Dreamer



Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η μοναξιά είναι από χώμα - Μάρω Βαμβουνάκη (Αποσπάσματα Μέρος Β' )



Artpics - DeAngel


  • Τα σενάριά μας τραβάνε χωριστά, παράλληλα, αλλού κι αλλού, κάπου, για λίγο εφάπτονται ή διχοτομούνται. Στο σημείο τομής παίζονται τα δράματα όσο διαρκούν κι όσο κρατά ο απόηχός τους.
  • Γι’ αυτό είμαστε έτσι μόνοι, γιατί η γνώση η αληθινή μόνο στης μοναξιάς τα μαύρα χώματα καρπίζει.
  • Η καχυποψία είναι κακομοιριά, η δυσπιστία φτώχεια. Συνεχώς το διαπιστώνω, από κανένα δεν κινδυνεύω, απ’ τον εαυτό μου μονάχα.
  • Αν εσύ δεν με θρυμμάτιζες πάντα μου θ’ απόμενα έγκλειστος στη στενή φυλακή της μετριότητας που ζούσα.
  • Αν δεν μ’ έκανες έτσι πολύ δυστυχισμένο δεν θα την υποψιαζόμουνα την αληθινή ευτυχία, αν δεν με απέλπιζες τόσο βαριά δεν θα την έβρισκα την αξία της ελπίδας, κι αν δεν μ’ έσερνες κοντά στο θάνατο δεν θ’ ανακάλυπτα μέσα μου πόση μπορεί να ‘ναι η δύναμη της ζωής.
  • Ο έρωτας είναι σχεδόν πάντοτε αποτυχημένος. Κοίτα τους ερωτευμένους πως μαραίνονται. Ο έρωτας δεν φτάνει στον στόχο του. Τα θέλει όλα και δεν συμβιβάζεται στα λίγα [..] Απόλυτα ελπίζει, απόλυτα τραυματίζεται. Μάτι θαυμάσιο που κι η μικρότερη σκονίτσα το δακρύζει και το θολώνει. Ο έρωτας πονάει κι ασφυκτιά γιατί δεν ολοκληρώνεται.
  • Το ‘χω από παλιά μυριστεί πως το πρόσωπο μιας αγάπης από την απουσία του άλλου σχεδιάζεται.
  • Ονειρευόμουνα το ιδανικό ζευγάρι που κι οι δυο, με την ίδια τρυφερή αδυναμία, αλληλοπαραδίδονται ανυπεράσπιστοι στον ίδιο βαθμό. Πού να βρεθεί τέτοια δικαιοσύνη!
  • Ελπίζω πως θα απελπιστώ. Ότι θα λυτρωθώ επιτέλους απ’ την ελπίδα πως εσύ κι εγώ θα ξανασμίξουμε. Αρχίζω ακόμα να ελπίζω πως θα έρθει η μέρα που θα μπορέσω να βγάλω την κρυμμένη φωτογραφία σου από κάτω απ’ το στρώμα και να την κοιτάξω χωρίς να με μαχαιρώσει πισώπλατα η λαχτάρα σου.
  • Εσύ ‘σαι η μνήμη μου εσύ κι η φαντασία μου. [..] Πετιέμαι απ’ τη μνήμη σου στη φαντασία σου με άγριους κυματισμούς και καραβοτσακίζομαι στ’ ανοιχτά σου πέλαγα.
  • Για μια νύχτα όλα τα παραπετώ, τα καταπατώ, τα περιφρονώ και τα μισώ γιατί είναι μονάχα εμπόδια στην ακράτητη λαχτάρα μου να σ’ αγκαλιάσω.
  • Κοιτώ το αντιφέγγισμα του καντηλιού μπροστά στην πόρτα και σκέφτομαι πως επειδή τα θέλω όλα μονάχα το τίποτα με αποζημιώνει.
  • Να προλάβω! Φόβος θανάτου μ’ έκανε τόσο σπασμωδικό και πανικοβλημένο  στις σχέσεις μου. Σα φρούτο στην αγορά η ζωή μου πουλιόταν όλο και φτηνότερα όσο προχωρούσε η μέρα και μαραινότανε. Λίγο ακόμα και πλησίαζα το «όσο-όσο».
  • Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα! Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περίσσια.
  • Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση.
  • Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ έχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σ’ απαλλάσσω από μένα. Σ’ αγαπώ αληθινά και δεν σε φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι! Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος.
  • Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.



Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της
ΜΑΡΩΣ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ, Η μοναξιά είναι από χώμα,
εκδόσεις Φιλιππότη (1987), 27η έκδοση (2007)



Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Ευτυχία είναι αυτό..






Η μοναξιά είναι από χώμα - Μάρω Βαμβουνάκη (Αποσπάσματα Μέρος Α')



Artpics - DeAngel

·        
  • Επιθυμούσα πια να σε συντρίψω, να σε σπάσω σαν αχιβάδα γυρεύοντας μήπως κρύβεις πέρλα.
  • Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του. Να πέσεις με τα μούτρα στο αντικείμενό του. Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις.
  • Το δικό μου το πολύ πώς να χωρέσει στο δικό σου το λίγο. Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
  • Είναι αιφνίδιος κι απροσδόκητος ο Θεός. Είναι τόσο φωτεινός που δεν τον βλέπεις κι η συνάντησή του βρίσκεται στο «περίμενέ με».
  • Έτσι δειλά, κακορίζικα και μικρόψυχα να παρηγορηθώ υποβιβάζοντάς σε για να πείθομαι κι εγώ πως δεν είναι μόνο που σ’ έχασα αλλά που γλίτωσα κιόλας..
  • Όλα να τα υποστώ πάλι και να σε ξαναζήσω. Γι’ αυτό σκαλίζω τα σφάλματά σου, τα ελαττώματά σου, τα σπαστικά σου. Τα μεγεθύνω κι αναζητώ το κουράγιο να μάθω μακρυά σου.
  • Από ανεπάρκεια βίου καταφεύγουμε σε φαντασίες και εξαερωνόμαστε στο ανύπαρκτο.
  • Λες η πορεία της ζωής μας να είναι μια παρέλαση άδειων κουτιών μονάχα; Σκέψου!
  • Η ψυχή είναι από πολλά «όχι» καμωμένη, η ψυχή είναι μαγική, φέρνει τούμπα τον κόσμο.
  • Ξέρεις τι είναι νοσταλγία μάτια μου; Χειρότερο φαρμάκι δεν υπάρχει. Όλα στα σαμποτάρει, όλα στα ψοφά, στ’ αχρηστεύει. Σε στρέφει πίσω να κοιτάς ότι έφυγε και σε μαρμαρώνει. Στήλη άλατος σε κάνει που να μην μπορείς να τραβήξεις τα πόδια σου για πιο πέρα σαν την άμοιρη εκείνη γυναίκα του Λωτ που γύρισε να κοιτάξει πίσω της όσα πολύ αγάπησε.
  • Πώς να παρηγορηθώ, με τι υποκατάστατο υποκαθίσταται το αληθινό; Τι θ’ απογίνω μακρυά σου;
  • Ήμουνα βίαια ανυπόμονος γι’ αυτό και καταστροφικός.
  • Δεν μπορούμε να ‘μαστε ευτυχισμένοι, αν δεν γίνουμε σωστοί μάτια μου. Τίποτα δεν αποκτάς χωρίς πρώτα να γίνεις αντάξιός του.
  • Υπάρχει ένα παιδί μέσα μου που ξέμεινε, δεν την ξεχνά την ποίηση των πραγμάτων που χρόνια πριν αντίκρισε και ζει με την αόριστη νοσταλγία της, ανικανοποίητο πια και λυπημένο.
  • Την αρετή περισσότερο την εκτιμούν οι χαρακτήρες με πάθη, τη μοναξιά εκείνοι που λαχταρούν τη συντροφιά των άλλων και τη σιωπή όσοι έχουν τα σπουδαιότερα να πουν.
  • Στην αρχή και στο τέλος μόνοι είμαστε και κανείς άλλος τίποτα δεν μπορεί να κάνει για μας.
  • Καλύτερα χίλιες φορές καλύτερα να απολεσθώ κοντά σου παρά να σωθώ μακρυά σου.



Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της
ΜΑΡΩΣ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ, Η μοναξιά είναι από χώμα,
εκδόσεις Φιλιππότη (1987), 27η έκδοση (2007)



Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή - Αλκυόνη Παπαδάκη





  • Μην ψάχνεις να με βρεις στις άκρες των γκρεμών που συνηθίζω να περιφέρομαι. Ούτε στα κιόσκια της απόγνωσης. Ούτε στ’ απομεσήμερα του ονείρου μου. Ούτε στα δειλινά του έρωτά μου. Πάντως, στο λέω, μην ανησυχείς. Περνάω καλά. Είμαι κρυμμένη σ’ ένα όστρακο στο βάθος του ωκεανού. Εκεί μαθαίνω τα τραγούδια των κοραλλιών. Περίμενέ με. Θα ‘ρθω να στα φέρω.
  • Το ξέρω πως κουράστηκες. Πως σώπασες. Το ξέρω πως παραπατάς. Πως μάτωσε η αντοχή σου. Ξέρω πως περισσότερο πληγώθηκες, όταν τελικά κατάλαβες πως μόνος σου εσύ, μέσα σε τόση παγωνιά, δε θα κατάφερνες ποτέ κάτι ν’ αλλάξεις. (Το πένθιμο χρώμα των υάκινθων, π.χ., αυτό δεν ήταν το τρελό, παιδικό σου όνειρο;) Τα ξέρω όλα. Κι έχω ένα να σου πω. Κράτα τουλάχιστον, όσο μπορείς, τον ήχο της σιωπής σου.
  • Τα κύματα.. Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που θέλουν να σε ξεβράσουν. Να σε ξεβράσουν, ή ανάλογα με την όρεξή τους, να σε καταπιούν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένο στο θυμό τους. Κάποιοι, όμως, είναι τυχεροί. Στ’ άδειο κοχύλι της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν το τραγούδι τους. Κάποιοι.. Δε θα τους βρεις σε κάθε σου βήμα.
  • Αν προσέξετε στη φύση, τα όμοια δέντρα έχουν σχεδόν το ίδιο σχήμα. Ελάχιστα ξεφεύγουν. Δείτε, ας πούμε, τις ελιές, τα έλατα, τις νεραντζιές.. Μόνο οι ευκάλυπτοι διαφέρουν. Παίρνουν συνήθως τη μορφή που τους χαρίζει ο άνεμος. Οι Ευκάλυπτοι είναι μοναχικοί. Απόμακροι. Στοχαστικοί. Μοιάζει σα να σηκώνουν στα κλαδιά τους όλη τη λύπη των ανθρώπων. Κι η λύπη δεν είχε ποτέ γνώριμο σχήμα. Κρέμεται πάντα σιωπηλά, κάτω απ’ το φως του ήλιου, σαν κλαδιά του ευκάλυπτου.
  • Αναρωτιέσαι τι θα κάνεις, πού θα σταθείς, πού θα βρεθείς, τώρα που τ’ όνειρό σου ακυρώθηκε. Ρώτα το πρώτο δέντρο που θα βρεις μπροστά σου. Όταν του ρήμαξε όλα τα λουλούδια του ένας αλύπητος χιονιάς, καθόλου δε σάστισε, όπως εσύ. Απλώς, περίμενε να ‘ρθει η επόμενη άνοιξη.
  • Ξέρω πόση βρομιά έχεις μέσα σου. Ξέρω ποιος είσαι και τι θέλεις. Μα δεν πειράζει. Έλα, κάθισε κοντά μου. Εγώ θα σε κρύψω όταν οι άλλοι σου αμολήσουν τα σκυλιά. Θα σου κάνω όσο χώρο θέλεις στην ψυχή μου να ξεκουραστείς. Θα σε κεράσω και γλυκό του κουταλιού. Αλλά μην αρχίσεις να κάνεις μπροστά μου την αγιογραφία σου, γιατί τότε στο λέω, θα σε φτύσω.
  • Όταν έρθει η Άνοιξη, όλοι εμείς οι εκτεθειμένοι θα φυτέψουμε λουλούδια στις πληγές μας. Θ’ ανοίξουμε την αγκαλιά μας, να ‘ρθουν να χτίσουν φωλιές τα χελιδόνια. Θα ξαπλώσουμε ανέμελα κάτω απ’ τις ανθισμένες βερικοκιές και θ’ αγαπηθούμε. Θ’ ανταλλάξουμε χειραψίες και φιλιά.
  • Κι όμως! Όσες φορές αγάπησα τον εαυτό μου, ήταν δυο πιθαμές πριν το χαμό, όπου τον είχα οδηγήσει. Ένα λεπτό πριν από το σφύριγμα του φάουλ. Μήπως πρόσεξες ποτέ.. Λέω.. Μήπως. Πόση απαντοχή έχει το βλέμμα του γλάρου, που κάθεται ολομόναχος σ’ ένα σάπιο μαδέρι και ζυγιάζει όνειρα στις φτερούγες του; Μήπως πρόσεξες ποτέ.. Λέω.. Μήπως. Πόση βροχή μπορεί να σηκώσει ένα μικρό άγριο τριαντάφυλλο χωρίς να διαλυθεί στο χώμα; Τι άλλο θέλεις να σου πω!



Αποσπάσματα από το βιβλίο της
ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή,
εκδόσεις Καλέντης (2004)



Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Μικρά Ποιήματα - Ντίνος Χριστιανόπουλος







Το κορμί και το σαράκι


σα δάσος από όνειρα η μοναξιά μου
και συ περιπλανιέσαι στα δέντρα μου

μήτε τα πουλιά μου σε ξεμυάλισαν
μήτε το θρόισμα των φύλλων μου σε συγκινεί

τσαλαπατάς τα λουλούδια μου
και κοιτάς να φύγεις

τι καλά να’ ταν αδιάβατες οι λόχμες μου
τι καλά να χανόσουν στο δάσος μου



ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Μικρά Ποιήματα,
ποιητική συλλογή: Το κορμί και το σαράκι,
εκδόσεις Ιανός (2011)



Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ο διάβολος με το κηροπήγιο - Τάσος Λειβαδίτης





  • Κι ίσως τα εικονίσματα ν’ άγιασαν επειδή δεν μπορούν να ξεφύγουν.
  • Δώσε, λοιπόν, Κύριε, σε κάθε βιβλίο να υπάρχει μια σελίδα σκισμένη.
  • Τώρα, πριν φύγω, θα θελα ν’ ακουμπήσω μερικά σπίρτα στο κομοδίνο γι’ αυτόν που με φόβισε στο δρόμο, να πιω έναν καφέ με το περαστικό σκυλί χωρίς να με μαρτυρήσει, να δώσω λίγο χρόνο στα κορίτσια που τα μάλωνε η μαμά-Τερέζα, όταν αργοπορούσαν στα δωμάτια, να σκεπάσω το πρόσωπό μου με βαριά πολυκαιρισμένα υφάσματα, αφήνοντας το ένα μου μάτι ανοιχτό σαν αφηρημένο νοσοκομείο.
  • Υπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του μα ένας μόνο για να τη χάσει.
  • Γι’ αυτό, σας λέω, να μπορούσε να σηκώσει κανείς, μια νύχτα, όλη τη λησμονιά απ’ τα φτωχά καπέλα, να ζήσει τρώγοντας τις γάζες στους παλιούς σταθμούς, να φτιάξει μια πολυθρόνα για τα εγκαταλελειμμένα μήλα, ή να κλάψει τόσο που να κουδουνίσει, ξανά, το μικρό ρολογάδικο του παππού – και πες στους φίλους μας πως έχασαν την αιωνιότητα, μονάχα εκείνοι που έπαψαν να τη θυμούνται..
  • Φτωχή ανθρωπότητα, δεν πρόφτασες ούτε ένα μικρό κεφάλαιο να γράψεις ακόμα [..]
  • Κι ύστερα, κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου, είναι σα να σου παίρνει μια ακόμα βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά, πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου..
  • [..] κι ίσως, για να βγάλεις φτερά, φτάνει ν’ ακουμπήσεις σ’ έναν τοίχο και να σκεφτείς πόσο λίγο θα ζήσεις – έτσι άρχισαν τα πουλιά..
  • [..] – ώσπου ένα μικρό, τυχαίο άστρο μου παιρνε και το τελευταίο επιχείρημα πως δεν είναι ωραίος ο κόσμος!
  • Όταν, τέλος, πήρα την απόφαση να ξεκινήσω, ήταν αργά. Όλες οι ομηρικές περιπέτειες είχαν από καιρό τραγουδηθεί, δεν έμεναν παρά τα λιγοστά φανάρια με το κίτρινο φως κι η νοσταλγία ενός κόσμου έξω απ’ τον κόσμο.
  • Τόσα πράγματα, αλήθεια, και κανείς δεν τα βλέπει – πώς να τ’ αντέξεις μόνος σου  και το όνειρο ή η αυταπάρνηση, η θυσία ή ο οίχτος, σαν τους φτωχούς συγγενείς που τους αφήνεις να σε κλέβουν, για να νιώθεις πιο πλούσιος.



    Αποσπάσματα από το βιβλίο του
    ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ, Ο διάβολος με το κηροπήγιο,
    εκδόσεις Κέδρος (1975)



Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Θα πεθάνω ένα βράδυ ζεστό - Βίκυ Δερμάνη





Θα πεθάνω από καρκίνο του σπονδυλικού καημού
ένα βράδυ ξέφρενα ηδονικό, ζεστό και μυρωμένο
θα πεθάνω από κάποια κύτταρα που άξαφνα σάπισαν
θα πεθάνω μ' ένα πόδι κι ένα αυτί γλυκά φαγωμένο
από ποντικό γιγάντιο βγαλμένο από τρύπα τεράστια
θα πεθάνω από δαγκώματα εκατό ίσως και χίλια
θα πέσει πάνω μου ο ουρανός με φόρα ακράτητη
θα πεθάνω από μια έκρηξη που τ' αυτιά θα τρυπάει
θα πεθάνω τρεις τα ξημερώματα από υπόκωφες πληγές
που αδίσταχτοι φονιάδες ύπουλα θα μ' ανοίξουν
κάτω απ' τη σκόνη τυλιγμένη ερείπιων λυπημένων
πνιγμένη μες στη μούργα του κενού του αδηφάγου
στο σώμα δαγκωμένη από τρωκτικά αδιάφορα
κι αμέσως ύστερα λαίμαργα θα με καταπίνουν κήτη
θα πεθάνω γυμνή ή ντυμένη στα μαύρα ή στα κόκκινα
ή ραμμένη σε τσουβάλι γεμάτο από σουγιάδων λεπίδες
θα πεθάνω με άβαφα ίσως, των ποδιών μου τα νύχια
με τα χέρια γεμάτα από δάκρυα με τα νύχια φαγωμένα
με τα βλέφαρα ξεριζωμένα κάτω από έναν ήλιο λυσσασμένο
όταν ψιθυριστά μου πούνε κουβέντες μοχθηρές στ' αυτί
θα πεθάνω βλέποντας να σκοτώνουνε παιδιά και μανάδες
και άντρες έκπληκτους κι ωχρούς διπλούς λάκκους να σκάβουν
θα πεθάνω ζωντανή ενώ σκουλήκια αχόρταγα θα με τρώνε
θα πεθάνω με χέρια δεμένα μέσα σε ποτάμι ορμητικό
θα πεθάνω σε μια φωτιά μέσα θλιμμένη και χλωμή
αδιάφορο μου είναι αν θα πεθάνω λίγο ή θα πεθάνω πολύ

-όταν όλα θα έχουν τελειώσει ένας ήλιος σκληρός,
σαν μάτι κυκλώπειο, αυτό το τοπίο της πίκρας θα φωτίσει-


Ποίηση της Βίκυς Δερμάνη
                

~ Αφιερωμένο στην ιδία. Με εκτίμηση.