Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Προσωπικά ~ 18





Να μπορούσα με άστρα να κεντήσω απαλά τα όνειρά σου
και με ψίθυρους ισχνούς, να ξεκλείδωνα τις φλύαρες ανάσες σου.


Dreamer



Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Το τετράδιο της Αλκυόνης - Αλκυόνη Παπαδάκη (Αποσπάσματα μέρος Α')



 Artpics - Dimitri Chekhov


  • Άπλωνα τα χέρια μου τις νύχτες και μάζευα αστέρια και φτερά, από αγριοπερίστερα, για να τα κρύβω στο μαξιλάρι σου και να γλυκαίνω τον ύπνο σου.
  • Πάντα πηδάω από το τρένο λίγο πριν φτάσει στο σταθμό.
  • Οι λίμνες.. Πρόσεξες ποτέ τις λίμνες; Δεν είναι σαν τις θάλασσες. Οι θάλασσες μιλούν. Τραγουδούν. Οι λίμνες ονειρεύονται..
  • Κάθε φορά που πέφτει η βροχή πάνω στο τριαντάφυλλο θα σου στέλνω ένα φιλί να κρύβεις τ' όνειρό σου.
  • Έκλεινα την ψυχή μου στα κοχύλια και στα χάριζα, για να μαθαίνεις τα τραγούδια της θάλασσας.
  • Τακ.. Τακ.. Τακ.. Μπάζει η στέγη της ψυχής μου. Δόξα τω Θεώ, δε χάλασα ακόμα.
  • Πολύ απλά σε χρειάζομαι. Δε μπορώ να κουβαλήσω μόνη μου την Άνοιξη.
  • Τα μονοπάτια του πάρκου ξέρουν τους δρόμους των λουλουδιών.
  • Όταν χαλούσες τις φωλιές, δεν το 'ξερες πως δε θα ξανάρθουν τα χελιδόνια;
  • Κάνε λίγη γυμναστική στα δάχτυλά σου. Μην τ' αφήνεις να γίνονται ραμολί. Κάποτε, μπορεί να χρειαστεί να δώσεις μια γροθιά στο τραπέζι. Ποτέ δεν είναι αργά.




  • Εστόλισα το τοπίο της μοναξιάς σου μ' ένα κυκλάμινο. Δεν έκανα τίποτα το σπουδαίο για να μ' ευχαριστείς.
  • Ούτ' ένα μνημείο, που να πάρει και να σηκώσει.. Ούτ' ένα μνημείο δε στήθηκε ποτέ πουθενά, που να λέει: Σ' αυτόν που είχε την αντοχή να ταΐζει τα όρνια με την ψυχή του, με το μάταιο όνειρο, πως κάποτε θα τα εξημερώσει.
  • Με τη λογική δεν εξηγούνται τα παράλογα. Όταν πάρουν φωτιά τα ρούχα σου, το πρώτο που κάνεις είναι να τα πετάξεις. Δε σκέφτεσαι βέβαια, πώς και από πού ξεκίνησε η φωτιά.
  • Αν μπορούσα λέει.. Να σου θυμίσω λίγο τη μυρωδιά της βροχής.
  • Την είδα μια μέρα να κρατά στην αγκαλιά της ένα ολοκόκκινο μεταξωτό φουλάρι. Θέλω να το χαρίσω μονολογούσε. Θέλω να το χαρίσω και δε βρίσκω κανένα να του ταιριάζει.
  • Θε μου, δεν είναι μικρά αυτά που κατάφερα. Κράτησα τη φωτιά μου αναμμένη μέσα στη βροχή. Θυμώμουνα πάντα το άρωμα της πασχαλιάς, όταν πορευόμουνα στον υπόνομο.
  • Ευτυχώς, σου λέω, που έμαθα μερικά χρήσιμα πραματάκια. Να μαζεύω, ας πούμε, πολύχρωμα χαρτάκια και να βάζω ουρές στα όνειρά μου.
  • Γιατί φοβάσαι τόσο το Χειμώνα; Αφού σου χάρισα ένα ρούχο να σκεπάσεις την ψυχή σου. Ένα παραμύθι να νανουρίζεσαι κι ένα χαμόγελο για να ονειρεύεσαι την Άνοιξη.. 



Αποσπάσματα από το ημερολόγιο της
ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Το τετράδιο της Αλκυόνης,
εκδόσεις Καλέντης (1999)




Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Τι να μας πουν και οι ποιητές; - Πρωταγωνιστές (20-12-2012)







Η ανορεξία της ύπαρξης


Δε πεινάω, δε πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο, 
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα 
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή·
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.




ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ, 
Η ανορεξία της ύπαρξης, εκδόσεις Καστανιώτη (2011)



~ Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση, θα "πιαστώ" από το στίχο της ιδίας: 


"..αγωνία με πιάνει ξαφνικά, για τον ανθρώπινο πόνο.."








Ευαισθησία και συνείδηση, όλο το χρόνο..
Καλές γιορτές σε όλους.



Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Τα κελλιά των αγγέλων - Ειρήνη Καλογιαννοπούλου-Λάμπρου





Νεφελοστεφάνωτοι πύργοι
πόθοι που ζάλιζαν το δέσιμο
τ’ ονείρου με την πράξη
επιθυμίες που γεννήθηκαν νεκρές
ιδανικά που λυώσαν
στο πυρπολημένο όραμα του χαμένου φεγγαριού·
θόλωσε η εικόνα του χαμόγελου
στα βρεγμένα μέτωπα των ανθρώπων
σκεπάζοντας τα μάτια του σούρουπου
με τη νιότη σου·
κι’ ύστερα η βυθισμένη σκληράδα της πέτρας
σκοτείνιασε τα παράθυρα
στις γειτονιές της γης·
μείναμε μόνοι·
εσύ και γω
χτίζοντας με το λυτρωτικό σου χώμα
έναν κόσμο για μας
ξέχασες να γκρεμίσεις τα σαπισμένα του θεμέλια
ενώ τα ερείπια κάπνιζαν ακόμα·
κοίταξες κατά πρόσωπο
το γνέψιμο των καιρών
και σου ψιθύρισα μεσ’ στο σκοτάδι
ήσουν φτιαγμένος
απ’ τη μεριά τ’ ονείρου.



ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΛΑΜΠΡΟΥ, 

Τα κελλιά των αγγέλων, εκδόσεις οδεβ (1978)