Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού - Γιάννης Ρίτσος





Το χώμα ποτίστηκε με φως. Δεν ξεχωρίζεις φως και χώμα.
Εμείς είμαστε τ' όνειρό μας.
Άνοιξαν τα παράθυρα και μπήκαν μέσα τα λουλούδια σαν ένα
εύθυμο στράτευμα με κόκκινα τύμπανα και χρυσές τρουμπέ-
τες που γυρίζει απ' το χθεσινό μας κήπο στη σημερινή μας
καλοσύνη.
Ο φράχτης κρύφτηκε απ' την πρασινάδα κι ούτε μπορείς να πεις
πως είναι φράχτης.
Στις ξανθές πλεξούδες της Άνοιξης φύτρωσαν γαλανά κρινάκια.
Κι όσοι κλαίγαν προχτές, θυμήθηκαν σήμερα πως είναι νέοι και
γελούν γιατί κλαίγαν. 



Απόσπασμα από το βιβλίο του
ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού,
εκδόσεις Κέδρος



Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Ποιήματα - Μαρία Πολυδούρη





Σαν πεθάνω


Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μεσ' στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο - μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη 
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους, σιωπηλά.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν τη ζωή μου,
που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλάη πονετικό
στο άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου,
στο άγιο χώμα θα μου είναι κρεβατάκι νεκρικό.

Όσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν
και θαφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού.
Όσα μ' αγάπησαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλούνε σαν αχτίδες φεγγαριού.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη.
Η στερνή πνοή μου θαρθη να στο πη και τότε πια,
όση σου απομένει αγάπη, θαναι σα θαμπό κοντύλι
- φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά.



ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ, Ποιήματα,
εκδόσεις Γ. Οικονόμου



Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ποιήματα - Κ. Π. Καβάφης





Απ' τες εννιά-



Δώδεκα και μισή. Γρήγορα που πέρασεν η ώρα
απ΄τες εννιά που άναψα την λάμπα
και κάθισα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή - τι τολμηρή ηδονή!
Κ' επίσης έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ' έφερε και τα λυπητερά,
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.



Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα,
εκδόσεις Μπαρμπουνάκης



Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Σκισμένο ψαθάκι - Αλκυόνη Παπαδάκη





Απόψε γύρισα πάλι στουπί στο μεθύσι. Με την ψυχή μου μούσκεμα στον ιδρώτα. Κρυώνω πολύ. Πάγωσα..
Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια.. Να μου πει ψιθυριστά: "Εντάξει, Ρόζυ. Εντάξει. Μη φοβάσαι, μωρό μου!" Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλά μου στο πρόσωπό του και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελού του. Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Και να γλυκαθώ. Κάτι τέτοιες νύχτες είναι που έχω κάνει όλες τις αγοραπωλησίες της ψυχής μου με τον πρώτο έμπορα που θα μου παρουσιαστεί. Πουλάω τα πάντα έτσι, για έναν παρά. Για ένα "εντάξει, Ρόζυ, μη φοβάσαι μωρό μου". Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι; Σάμπως μπορώ να βρω την άκρη; Χεσ' τα. Προς το παρόν αυτό που έχει σημασία είναι πως δεν έχω κανέναν δίπλα μου. Κι ούτε φαίνεται τίποτα να κουνιέται στον ορίζοντα. Μας τελείωσε, Ρόζυ. 'Η δε μας έλαχε. 'Η.. μας τη βγήκε απ' αλλού, βρε αδερφέ..

Είναι κάτι μέρες του Γενάρη, που τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν, γιατί νιώθουν πως έρχεται ο χιονιάς.
Πολλά πουλιά.. Χιλιάδες..
Θέλω να φύγω.. Θέλω να φύγω γρήγορα, πριν με προλάβει ο χιονιάς.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της
ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Σκισμένο Ψαθάκι ,
εκδόσεις Καλέντης (1993)



Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Η μπόρα - Αλκυόνη Παπαδάκη



www.tumblr.com


"Σ' ευχαριστώ, Θε μου, που μ' αξίωσες να δω τον κόσμο που έπλασες. Να δω τη θάλασσα, τον ουρανό, τους κάμπους. Σ' ευχαριστώ γιατί με πήρες κρυφά κρυφά ένα βράδυ, και μου ψιθύρισες στ' αυτί: "Κοίταξε τη γη, Σοφία. Κοίταξε το έργο μου. Σ' αρέσει;" Αριστούργημα είναι, Θε μου. Μπράβο σου! Γεια στα χέρια σου, που λένε. Μπορεί να μου 'δωκες βάσανα πολλά. Κι ασήκωτα. Μα μου φύλαες ένα δώρο ακριβό. Τι θα 'ρθει από δω και μπρος, μόνο εσύ το ξέρεις. Μα ό,τι και να 'ναι, δεν πειράζει. Η Σοφία είδε το έργο σου, Θε, και πολύ της άρεσε. Το ευλόγησε. Έπεσε κάτω και το προσκύνησε. Από δω και μπρος, ό,τι και να 'ρθει, θα 'ναι διαφορετικό.."


"Αχ! Μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. Αυτό ξέρω εγώ. Τα λόγια είναι σύννεφα. Μόλις φυσήξει αέρας, τα παρασέρνει.. Αλίμονό του όποιος επίστεψε στα λόγια. Γιατί ο άνθρωπος, σκέφτομαι, πολλές φορές, μοιάζει σαν το σαλιγκάρι. Όπου περνά, αφήνει σάλιο. Σάλιο που στεγνώνει και φαίνεται τη νύχτα με το φεγγάρι, σαν απλωμένο μετάξι. Πρέπει να μάθει κανείς να το γνωρίζει. Σάλιο είναι. Τίποτις άλλο."



Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της
ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Η μπόρα,
εκδόσεις Καλέντης (1989)



~ Αφιερωμένο σε μία μικρή μου φίλη



Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Ο άνθρωπος μόνος - Γιάννης Βαρβέρης



lux-aurea.tumblr.com


Ιωάννης της κλίμακος, 1


Είμαι ανεβασμένος πάνω σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από το φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα
αλλά πάνω στη σκάλα
σαν τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ' ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες άστατες 
και δεν φωτογραφίζονται.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Ο άνθρωπος μόνος,
εκδόσεις Κέδρος (2009)



Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Η βαρκάρισσα της χίμαιρας - Αλκυόνη Παπαδάκη



www.tumblr.com


"Τα λουλούδια μεγαλώνουν με τα τραγούδια των πουλιών".
Μου είχε πει.
Και την πίστεψα. Και μεγάλωσα κι εγώ με τα τραγούδια των πουλιών. Ίσως δε μ' οδήγησε καλά. Ίσως, αν δε μεγάλωνα, με τα τραγούδια των πουλιών, να είχα βρει άλλους δρόμους ευκολότερους.
Όμως, δε θα ήξερα να χαρίζομαι, με τόση απλοχεριά, σε κάθε τι περαστικό. Δε θα μάθαινα ν' αγαπώ τ' ασήμαντα. Δε θα είχα αυτή τη περιέργεια να περιμένω, πότε θ' ανοίξει ο σπόρος, για να δω πόσο πράσινο χωράει η ψυχή μου.
Όσο το σκέφτομαι.. Αυτή η περιέργεια τελικά.. Αυτή μ' έβγαζε πάντα στ' ανοιχτά!



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της
ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Βαρκάρισσα της χίμαιρας,
εκδόσεις Καλέντης (2001)